Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα

Γενικά

Τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα είναι λοιμώξεις που μεταδίδονται από το ένα άτομο στο άλλο, κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής.

Είναι πολύ κοινές ασθένειες και πολλοί άνθρωποι που είναι φορείς τους δε βλέπουν συμπτώματα.

Τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να είναι επικίνδυνα, όμως σε αρκετές περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα με απλή φαρμακευτική αγωγή.

Τι είναι τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα;

Τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα είναι ασθένειες ή λοιμώξεις, οι οποίες προκαλούνται από οργανισμούς και μεταδίδονται από άτομο σε άτομο κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής. Ειδικότερα, η μετάδοσή τους γίνεται μέσω σεξουαλικής δραστηριότητας, η οποία περιλαμβάνει το στόμα, τον πρωκτό, τον κόλπο ή το πέος.

Επίσης, ένας άλλος τρόπος μετάδοσής τους είναι μέσω του αίματος, όπως για παράδειγμα, από τη μητέρα στο βρέφος.

Πόσο συχνό φαινόμενο είναι τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα;

Ενδεικτικά και σύμφωνα με στατιστικές την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, κάθε χρόνο ένας στους τέσσερις έφηβους στις Ηνωμένες Πολιτείες μολύνεται με σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα.

Υπολογίζεται ότι μέχρι την ηλικία των 25 ετών, το ήμισυ όλων των σεξουαλικά ενεργών νεαρών ενηλίκων θα κολλήσουν κάποιο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα.

Ποια είναι τα πιο συνηθισμένα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα;

Υπάρχουν πολλά σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα. Ορισμένα από τα πιο συνηθισμένα και πιο επικίνδυνα εξ αυτών είναι τα εξής:

Ιός HPV – Κονδυλώματα

Τα κονδυλώματα αποτελούν ένα από τα πιο ευρέως διαδεδομένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, με συνεχείς αυξητικές τάσεις. Υπεύθυνος για τη νόσο είναι ο ιός HPV των ανθρώπινων θηλωμάτων,

Σήμερα, εκτιμά ότι οι φορείς του εν λόγω ιού ανέρχονται στο 60% των ανδρών και γυναικών. Μερικές φορές, ο ιός παίρνει μεγάλο χρόνο επώασης, έως και αρκετά χρόνια, πριν εμφανίζει κάποιο σύμπτωμα.

Χλαμύδια

Τα χλαμύδια είναι ένα από τα πιο συχνά σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα. Μεταδίδονται εύκολα επειδή συχνά δεν προκαλούν συμπτώματα και ο πάσχων μπορεί να τα περάσει εν αγνοία του σε σεξουαλικούς συντρόφους. Στην πραγματικότητα, περίπου το 75% των περιπτώσεων στις γυναίκες και το 50% στους άνδρες δεν παρουσιάζουν συμπτώματα.

Γονόρροια

Η γονόρροια είναι ένα σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, το οποίο συνήθως προκαλεί πόνο και άλλα συμπτώματα στο γεννητικό σύστημα, αλλά μπορεί επίσης να προκαλέσει προβλήματα στο ορθό, στο λαιμό, στα μάτια ή στις αρθρώσεις. Μεταδίδεται πιο συχνά στους άνδρες απ’ ότι στις γυναίκες.

Έρπης γεννητικών οργάνων

Ο έρπης είναι ένα σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα που προκαλείται από τον ιό του απλού έρπητα (HSV). Ο τύπος HSV 1 προκαλεί συνήθως φυσαλίδες στο στόμα ή στο πρόσωπο (στοματικός έρπης), ενώ ο τύπος HSV 2 επηρεάζει συνήθως την περιοχή των γεννητικών οργάνων (έρπης των γεννητικών οργάνων).

Τις περισσότερες φορές, οι HSV-1 και HSV-2 είναι αδρανείς και δεν προκαλούν συμπτώματα. Ωστόσο, μερικές φορές υπάρχουν ξεσπάσματα του ιού, κατά τα οποία εμφανίζονται μικρές φυσαλίδες που σπάνε σε 24 ώρες σχηματίζοντας μικρά έλκη. Όταν κάποιος προσβληθεί από τον HSV, παραμένει μολυσμένος για μια ζωή.

Ο έρπης μεταδίδεται κυρίως με την άμεση σεξουαλική επαφή, ωστόσο μπορεί να επιζήσει για λίγες ώρες και στα πλαστικά καθίσματα της τουαλέτας.

Σύφιλη

Η σύφιλη είναι μια εξαιρετικά μεταδοτική ασθένεια που περνά από άτομο σε άτομο μέσα από τη σεξουαλική δραστηριότητα. Κάποιος που έχει προσβληθεί από σύφιλη, συχνά αγνοεί το νόσημά και το μεταδίδει εν αγνοία του στον/στην σεξουαλικό/ή του σύντροφο.

Οι έγκυες γυναίκες με τη νόσο μπορεί να τη μεταδώσουν στο μωρό τους. Σε αυτήν την περίπτωση η σύφιλη ονομάζεται συγγενής και μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες ή ακόμη και θάνατο στο παιδί.

Η σύφιλη δε μεταδίδεται από καθίσματα τουαλέτας, πόμολα πόρτας, πισίνες, υδρομασάζ, μπανιέρες, κοινόχρηστα ρούχα ή σκεύη διατροφής.

Στα πρώτα στάδια της λοίμωξης η σύφιλη αντιμετωπίζεται και θεραπεύεται σχετικά εύκολα. Ωστόσο, αν δεν αντιμετωπιστεί μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Ιογενής ηπατίτιδα

Ο ιός της ηπατίτιδας έχει τρία διαφορετικά στελέχη (Α, Β και C), εκ των οποίων μόνο τα δυο τελευταία θεωρούνται σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα.

Η ηπατίτιδα Β, μεταδίδεται συνήθως με το αίμα, αλλά και με διάφορα υγρά του σώματος, όπως το σάλιο, το σπέρμα και οι κολπικές εκκρίσεις.

Η Ηπατίτιδα C αναπτύσσεται συχνά από τη χρήση μολυσμένης βελόνας κι αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την υγεία. Θεωρείται από τα πιο επικίνδυνα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα.

Ιός HIV – AIDS

Ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας ή ο HIV είναι ο ιός που προκαλεί το σύνδρομο ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή κοινώς AIDS . Θεωρείται από τα πιο επικίνδυνα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα και είναι δυνητικά θανατηφόρο.

Το HIV / AIDS αποδυναμώνει τη φυσική ικανότητα του οργανισμού ενός ατόμου να καταπολεμά τις λοιμώξεις.

Μεταδίδεται μέσα από τη σεξουαλική επαφή ή τη χρήση βελόνας. Ειδικά φάρμακα μπορεί να καταστείλουν τον ιό και να καθυστερήσουν την εμφάνιση του AIDS.

Ποια είναι τα συμπτώματα των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων;

Ορισμένες φορές τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να μην δώσουν συμπτώματα. Εφόσον, δώσουν, όμως, συνήθως περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • Εξογκώματα, πληγές ή κονδυλώματα κοντά στο στόμα, τον πρωκτό, το πέος ή τον κόλπο,
  • Οίδημα ή ερυθρότητα κοντά στο πέος ή τον κόλπο,
  • Εξανθήματα,
  • Επώδυνη ούρηση,
  • Απώλεια βάρους, υδαρή κόπρανα, νυχτερινές εφιδρώσεις,
  • Πόνος, πυρετός και ρίγη,
  • Ίκτερος,
  • Εκκρίσεις από το πέος ή τον κόλπο. Η κολπική έκκριση μπορεί να έχει δυσάρεστη οσμή.
  • Αιμορραγία από τον κόλπο.
  • Επώδυνο σεξ.
  • Σοβαρή φαγούρα κοντά στο πέος ή τον κόλπο.

Τα σημάδια και τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν λίγες μέρες μετά την έκθεση ή μπορεί να περάσουν χρόνια πριν εμφανιστούν σημαντικά προβλήματα, ανάλογα με τον οργανισμό.

Υπογραμμίζεται ότι σε πολλές περιπτώσεις τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα παρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα, κάτι που καθιστά δύσκολη τη διάγνωσή τους.

Τι προκαλεί τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα;

Τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να προκληθούν από τις εξής πηγές:

Βακτήρια (γονόρροια, σύφιλη, χλαμύδια)

Παράσιτα (τριχομονάδωση)

Ιοί (κονδυλώματα, έρπης των γεννητικών οργάνων, AIDS)

Η σεξουαλική δραστηριότητα παίζει ρόλο στη μετάδοση των εν λόγω νοσημάτων, ωστόσο αυτό μπορεί να γίνει και χωρίς σεξουαλική επαφή, όπως μέσω του αίματος ή άλλων σωματικών υγρών.

Παράγοντες κινδύνου για σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα

Όποιος είναι σεξουαλικά ενεργός κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να εκτεθεί σε κάποιο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, ένας κίνδυνος ο οποίος αυξάνεται μέσα από συγκεκριμένους παράγοντες, όπως:

Σεξ χωρίς προφυλακτικό. Η σεξουαλική επαφή είτε χωρίς τη χρήση προφυλακτικού ή με ακατάλληλη ή ασυνεπή χρήση αυτού, αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης από σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα.

Συχνή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των ερωτικών συντρόφων, τόσο εντείνεται ο κίνδυνος προσβολής από σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα.

Προηγούμενη μόλυνση από σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα. Η προσβολή από κάποιο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα είναι πιο εύκολη σε άτομα με ιστορικό μολύνσεων.

Κατάχρηση αλκοόλ ή χρήση ναρκωτικών. Η κατάχρηση ουσιών καθιστά τους ανθρώπους πιο επιρρεπείς σε επικίνδυνες για την υγεία τους συμπεριφορές.

Ενέσιμη χρήση ναρκωτικών. Η ανταλλαγή βελόνας συμβάλλει στη μετάδοση πολλών σοβαρών νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένου του HIV, της ηπατίτιδας Β και της ηπατίτιδας C.

Νεαρή ηλικία. Περίπου το 50% των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων εμφανίζονται σε άτομα ηλικίας 15 έως 24 ετών.

Τι επιπτώσεις έχουν τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα στην υγεία;

Αν δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως, τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες για την υγεία, όπως:

  • Πυελικός πόνος
  • Επιπλοκές στην εγκυμοσύνη
  • Φλεγμονή των ματιών
  • Αρθρίτιδα
  • Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου
  • Υπογονιμότητα
  • Καρδιακή νόσος
  • Ορισμένοι τύποι καρκίνου, όπως οι σχετιζόμενοι με τον HPV καρκίνοι στο ορθό και τον τράχηλο.

Πρόληψη των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων

Η πρόληψη αποτελεί την καλύτερη θεραπεία και στην περίπτωση των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι αποφυγής τους ή μείωσης του κινδύνου έκθεσης σε αυτά, όπως:

  • Αποχή από το σεξ. Ο αποτελεσματικότερος τρόπος αποφυγής των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων είναι η αποχή από το σεξ.
  • Μακροχρόνιες μονογαμικές σχέσεις. Η παραμονή σε μακροχρόνια αμοιβαία μονογαμική σχέση με ένα σύντροφο που δεν είναι μολυσμένος, αποτελεί έναν ακόμα αξιόπιστο τρόπο αποφυγής σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.
  • Όχι σεξ μέχρι να βγουν οι εξετάσεις. Σε μια νέα ερωτική σχέση, η σεξουαλικές επαφές μπορεί να αποφευχθούν, έως ότου και οι δύο σύντροφοι υποβληθούν σε εξετάσεις για σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα.
  • Εμβολιασμός. Σήμερα υπάρχουν διαθέσιμα εμβόλια για την πρόληψη του ανθρώπινου ιού θηλώματος (HPV) που προκαλεί τα κονδυλώματα και της ηπατίτιδας Β.
  • Ορθή χρήση προφυλακτικών. Παρέχουν καθιστούν πιο ασφαλή την σεξουαλική επαφή.

Πώς γίνεται η διάγνωση των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων;

Η διάγνωση των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων γίνεται μέσα από εργαστηριακές εξετάσεις, όπως:

  • Εξετάσεις αίματος.
  • Εξετάσεις ούρων.
  • Εξετάσεις δειγμάτων υγρών από πληγές, εκκρίσεις κ.λπ.

Οι εργαστηριακοί έλεγχοι επιβάλλονται σε περίπτωση εκδήλωσης συμπτωμάτων, ωστόσο, συστήνονται και προληπτικά εξέταση για σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα.

Ειδικότερα, συστήνονται οι παρακάτω εξετάσεις:

  • Για τον ιό HIV, συστήνονται εξετάσεις αίματος ή σάλιου για άνδρες και γυναίκες ηλικίας από 13 ως 64 ετών.
  • Για την ηπατίτιδα C, συστήνονται εξετάσεις σε όσους έχουν γεννηθεί μεταξύ 1945 και 1965, λόγω ιστορικού συχνής εμφάνισης της νόσου σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
  • Για τις έγκυες γυναίκες. Ο έλεγχος για τον ιό HIV, την ηπατίτιδα Β, τα χλαμύδια και τη σύφιλη γενικά πραγματοποιείται κατά την πρώτη προγεννητική επίσκεψη για όλες τις έγκυες γυναίκες.
  • Για τις γυναίκες άνω των 21 ετών, συστήνεται το τεστ Παπανικολάου, καθώς εντοπίζει ανωμαλίες στον τράχηλο της μήτρας, όπως φλεγμονή, προκαρκινικές μεταβολές και καρκίνος, που συχνά προκαλούνται από ορισμένα στελέχη του ιού του ανθρώπινου θηλώματος (HPV)..
  • Για τα χλαμύδια, συστήνονται εξετάσεις δειγμάτων ούρων ή κολπικού υγρού σε γυναίκες κάτω των 25 ετών που είναι σεξουαλικά ενεργές.
  • Για τη γονόρροια, επίσης συστήνεται η εξέταση σε σεξουαλικά ενεργές γυναίκες κάτω των 25 ετών.
  • Για ομοφυλόφιλους άνδρες. Σε σύγκριση με άλλες ομάδες, οι ομοφυλόφιλοι άνδρες που διατηρούν σεξουαλικές επαφές με τους άνδρες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αποκτήσουν σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα. Οι τακτικές εξετάσεις για τον ιό HIV, τη σύφιλη, τα χλαμύδια και τη γονόρροια είναι ιδιαίτερα σημαντικές γι’ αυτήν την ομάδα.

Πώς αντιμετωπίζονται τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα;

Η θεραπεία των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων που προκαλούνται από βακτήρια είναι γενικά πιο εύκολη. Αντίθετα, οι ιογενείς λοιμώξεις μπορούν να αντιμετωπιστούν μεν σε ικανοποιητικό βαθμό αλλά δεν είναι πάντα εφικτή η οριστική θεραπεία τους.

Η αντιμετώπιση των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων περιλαμβάνει τις περιλαμβάνει τις παρακάτω φαρμακευτικές προσεγγίσεις:

  • Λήψη αντιβιοτικών. Τα αντιβιοτικά φάρμακα, συχνά σε μία μόνο δόση, μπορούν να θεραπεύσουν πολλές σεξουαλικά μεταδιδόμενες βακτηριακές και παρασιτικές λοιμώξεις, όπως η γονόρροια, η σύφιλη, τα χλαμύδια και η τριχομονάδωση.
  • Αντιιικά φάρμακα. Υπάρχουν διάφορα αντιιικά φάρμακα, τα οποία καταστείλουν τις ιογενείς λοιμώξεις. Ενδεικτικά, η λήψη αντιικών φαρμάκων περιορίζει τις υποτροπές του έρπητα και επιτρέπει τον έλεγχο του ιού HIV για πολλά χρόνια.

Γιατί να επιλέξω το Δρ. Πλουμίδη;

Ο Δρ. Πλουμίδης διαθέτει τεράστια εμπειρία και μεγάλη εξειδίκευση στις πλέον σύγχρονες μεθόδους αντιμετώπισης των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων και των επιπλοκών τους στο ουροποιητικό και γεννητικό σύστημα.

Ο Δρ. Πλουμίδης διαθέτει στο ιατρείο του αρτιότατες υποδομές και εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας για την πλέον ολοκληρωμένη παρακολούθηση και υποστήριξη των ασθενών του μετά από κάθε θεραπεία.

Κλείστε ραντεβού ή καλέστε στο 2108985140

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

2108985140 , 2106157015