Η διάμεση κυστίτιδα, συχνά αποκαλούμενη και σύνδρομο επώδυνης κύστης, είναι μια χρόνια πάθηση που ταλαιπωρεί αρκετά όσους νοσούν και μπορεί να επηρεάσει την κοινωνική ζωή τους, τη δυνατότητα τους να ασκούνται, τον ύπνο τους κι ακόμη και την ικανότητά τους να εργαστούν.
Επειδή η διάμεση κυστίτιδα ή σύνδρομο επώδυνης κύστης έχει ένα τόσο ευρύ φάσμα συμπτωμάτων, οι περισσότεροι ειδικοί τη μπερδεύουν συχνά με άλλες παθήσεις.
Όταν ο πόνος στο ουροποιητικό σύστημα διαρκεί περισσότερες από 6 εβδομάδες και δεν προκαλείται από άλλες παθήσεις, όπως κάποια λοίμωξη του ουροποιητικού ή πέτρες στα νεφρά, τότε είναι αρκετά πιθανό να είναι υπεύθυνη η διάμεση κυστίτιδα ή σύνδρομο επώδυνης κύστης.
Η διάμεση κυστίτιδα ή σύνδρομο επώδυνης κύστης είναι δύσκολο να διαγνωστεί, ωστόσο υπάρχουν διάφορες θεραπευτικές προσεγγίσεις που μπορούν να ανακουφίσουν όσους πάσχουν.
Η διάμεση κυστίτιδα είναι μια χρόνια φλεγμονώδη πάθηση της ουροδόχου κύστης, που προκαλεί χρόνιο πυελικό πόνο, συχνοουρία και επιτακτική ανάγκη για ούρηση, ακόμα και σε μικρούς όγκους ούρησης.
Τα ακριβή αίτια της διάμεσης κυστίτιδας δεν έχουν ακόμα διευκρινιστεί, ωστόσο είναι πιθανό να συμβάλλουν πολλοί παράγοντες στην εμφάνισή τους.
Για παράδειγμα, τα άτομα με διάμεση κυστίτιδα μπορεί, επίσης, να παρουσιάζουν διαταραχή στη συνέχειας της εσωτερικής προστατευτικής επένδυσης/επιφάνειας (επιθήλιο) της ουροδόχου κύστης.
Μια λύση της συνέχειας του επιθηλιού μπορεί να επιτρέψει σε τοξικές ουσίες από τα ούρα να ερεθίσουν το τοίχωμα της ουροδόχου κύστης.
Άλλοι πιθανοί παράγοντες, ενδέχεται να είναι η αυτοάνοση αντίδραση, η κληρονομικότητα, οι λοιμώξεις ή η αλλεργική αντίδραση.
Μαρούσι: 2106300334, 6977404050
Γλυφάδα: 2108985140
Η διάμεση κυστίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε ορισμένες επιπλοκές, όπως:
Η διάμεση κυστίτιδα ή σύνδρομο επώδυνης κύστης προσβάλει άτομα ηλικίας 30 με 40 ετών και αφορά κατά κύριο λόγο τις γυναίκες, καθώς για κάθε έναν άνδρα που νοσεί αναλογούν 10 γυναίκες!
Η διάμεση κυστίτιδα προκαλεί έντονη συμπτωματολογία και έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής της/του ασθενή.
Η πάθηση αυτή μπορεί να συσχετίζεται με άλλες χρόνιες συστηματικές παθήσεις, όπως συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, ινομυαλγία και άλλες.
Μπορεί να υπάρχει διακύμανση των συμπτωμάτων μεταξύ διαφορετικών ασθενών, αλλά στο ίδιο άτομο κατά περιόδους.
Η κλινική εξέταση μπορεί να είναι φυσιολογική και να μη συνάδει της έντονης υποκείμενης συμπτωματολογίας.
Απαραίτητη προϋπόθεση για να τεθεί η διάγνωση είναι η απουσία λοίμωξης του ουροποιητικού ή άλλη εμφανής παθολογία, όπως π.χ. λιθίαση.
Η διαγνωστική προσέγγιση της / του ασθενή μπορεί να περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
Κατά τη κυστεοσκόπηση, πραγματοποιείται υπερδιάταση της ουροδόχου κύστης δυο φορές, υπό αναισθησία και ελέγχεται η παρουσία πετεχειών ή αιμορραγικών εστιών στο βλεννογόνο της ουροδόχου κύστης.
Σε ποσοστό 10 – 50% μεταξύ των ασθενών, κατά την κυστεοσκόπηση ανευρίσκονται έλκη του Hunner, ερυθηματώδεις, δηλαδή, περιοχές που συχνά συνδέονται με μικρά αγγεία, ακτινωτά γύρω από μια κεντρική ουλή, που καλύπτονται από ινική ή θρόμβο.
Κατά τη διάρκεια της βιοψίας, μπορεί να ληφθούν ιστοτεμάχια βιοψιών προς αποκλεισμό άλλων παθήσεων και παθολογοανατομική επιβεβαίωση της διάγνωσης.
Οι αλλαγές του τρόπου ζωής αφορούν κυρίως στην τροποποίηση των διατροφικών συνηθειών.
Οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν τις όξινες τροφές, το αλκοόλ, την καφεΐνη, τα ανθρακούχα αναψυκτικά, τις σοκολάτες, τις πικάντικες τροφές, τις ντομάτες, τα τυριά, τις μπανάνες , τις σταφίδες και το γιαούρτι.
Οι ενδοκυστκές εγχύσεις έχουν το πλεονέκτημα της επίτευξης υψηλότερης συγκέντρωσης του φαρμάκου στο όργανο στόχο, με λιγότερες συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες για την/τον ασθενή.
Αν αποτύχουν οι ενδοκυστικές εγχύσεις μπορεί η/ο ασθενής να αντιμετωπιστεί με ελάχιστα παρεμβατικές θεραπείες, στις οποίες περιλαμβάνονται:
Η χειρουργική αποκατάσταση αποτελεί τελική επιλογή σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα τελικού σταδίου διάμεση κυστίτιδα, κατόπιν προσεκτικής προεγχειρητικής αξιολόγησης της/ του ασθενή και ακριβή προσδιορισμού της εντόπισης της νόσου.
Η ριζική κυστεκτομή με παράλληλη δημιουργία αγωγού από τμήμα του εντέρου (ειλεού), αποτελεί την πιο δημοφιλή πρακτική με δημιουργία νεοκύστης, είτε στην ανατομική θέση της ουροδόχου κύστης (ορθότοπη νεοκύστη), είτε στα πλάγια της κοιλιακής χώρας (ετερότοπη νεοκύστη).
Σε νέους ειδικά ασθενείς επιλέγεται εγκρατής εκτροπή των ούρων για κοσμητικούς λόγους.