Η υπογονιμότητα επηρεάζει περίπου 1 στα 6 ζευγάρια. Η διάγνωση της υπογονιμότητας δίδεται σε ένα ζευγάρι που δεν μπορεί να συλλάβει κατά τη διάρκεια ενός έτους. Όταν το πρόβλημα έγκειται στο ανδρικό σύντροφο αναφέρεται ως ανδρική υπογονιμότητα.
Οι ανδρικοί παράγοντες υπογονιμότητας συμβάλλουν στο 30% περίπου όλων των περιπτώσεων υπογονιμότητας και η ανδρική υπογονιμότητας αντιπροσωπεύει περίπου το ένα πέμπτο όλων των περιπτώσεων υπογονιμότητας.
Η ανδρική υπογονιμότητα σημαίνει αδυναμία τεκνοποίησης. Η λέξη στειρότητα χρησιμοποιείται όταν η γυναίκα-σύντροφος σε σεξουαλικά ενεργό ζευγάρι δεν έχει μείνει έγκυος μετά από 1 χρόνο χωρίς τη χρήση αντισύλληψης. Η ανδρική υπογονιμότητα απαντάται περίπου στα μισά από όλα τα άτεκνα ζευγάρια.
Οι εξετάσεις και οι θεραπείες ποικίλουν ανάλογα με την αιτία της στειρότητας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις ανδρικής στειρότητας, είτε το σπέρμα δεν είναι σε θέση να φτάσει στο ωάριο (αποφρακτικό) είτε η ποιότητα του σπέρματος είναι κακή (μη αποφρακτική). Οι συνηθέστερες αιτίες της ανδρικής υπογονιμότητας και οι θεραπείες τους συζητούνται.
Οι κύριες αιτίες της ανδρικής υπογονιμότητας είναι:
Κατά τη διάρκεια της εκσπερμάτωσης, οι μυϊκές συσπάσεις ωθούν το σπέρμα στην ουρήθρα και έξω από το πέος. Οι αποφράξεις ή οι απουσία των ορχικών αγωγών είναι η αιτία περίπου μιας στις τρεις περιπτώσεις ανδρικής υπογονιμότητας. Οι αποφράξεις ή απουσία των ορχικών αγωγών μπορεί να οφείλονται σε βασεκτομή ή κάποιο τραυματισμό.
Μαρούσι: 2106300334, 6977404050
Γλυφάδα: 2108985140
Προβλήματα με τον αριθμό ή την ποιότητα των σπερματοζωαρίων πιστεύεται ότι οφείλονται σε γενετικούς παράγοντες. Τα προβλήματα αυτά μπορεί να είναι:
Λειτουργικά προβλήματα που μπορούν να προκαλέσουν ή να συμβάλουν στην ανδρική υπογονιμότητα περιλαμβάνουν:
Τα επίπεδα αρσενικών ορμονών ρυθμίζονται από μια σειρά αδένων και των ορμονών τους. Η υπόφυση στον εγκέφαλο επηρεάζει την παραγωγή ορμονών στους όρχεις υπό την καθοδήγηση του υποθάλαμου. Μια σχετικά ασυνήθιστη αιτία της ανδρικής υπογονιμότητας είναι η αποτυχία να παρασκευαστεί αρκετή ποσότητα της ορμόνης γοναδοτροπίνης.
Η διερεύνηση της υποψίας για υπογονιμότητα απαιτεί εξετάσεις και για τους δυο συντρόφους. Η διάγνωση της ανδρικής υπογονιμότητας μπορεί να περιλαμβάνει:
Η ανδρική υπογονιμότητα αντιμετωπίζεται συχνότερα με συμβατικές μεθόδους που μπορεί να περιλαμβάνουν:
Η διάταση των φλεβών μέσα στους όρχεις λόγω κιρσοκήλης μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα. Αυτή η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί χειρουργικά.
Οι ορχικοί αγωγοί που μεταφέρουν σπέρμα μπορεί να αποφραχθούν, π.χ. εξαιτίας κάποιου τραυματισμού ή λόγω βασεκτομής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόφραξη μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά και οι ορχικοί αγωγοί να αποκατασταθούν.
Σε ζευγάρια που η αδυναμία σύλληψης οφείλεται στον άνδρα και ειδικότερα προβλήματα του σπέρματός του, όπως χαμηλός αριθμός σπερματοζωαρίων, περιορισμένη κινητικότητα των σπερματοζωαρίων ή ανώμαλα μορφολογικά σπερματοζωάρια, συστήνεται η μέθοδος της ενδοκυτταροπλασματικής έγχυσης σπερματοζωαρίου (ICSI – Intra-Cytoplasmic Sperm Injection).
Κατά τη διαδικασία αυτή, τα ωοκύτταρα απομακρύνονται από τις ωοθήκες της γυναίκας και στο καθένα εξ αυτών εγχέεται ένα μόνο σπέρμα. Τα γονιμοποιημένα ωοκύτταρα αναπτύσσονται σε έμβρυα που μεταφέρονται στη μήτρα στο κατάλληλο χρονικό διάστημα.
Όταν όμως, ο άνδρας πάσχει από αζωοσπερμία, ένα συχνό αίτιο ανδρικής υπογονιμότητας, τότε η συλλογή του σπέρματος γίνεται με διάφορες τεχνικές.
Μια εξ αυτών είναι η μικροχειρουργική εξαγωγή σπέρματος όρχεων (TESE).
Η μικροχειρουργική εξαγωγή σπέρματος όρχεων συστήνεται όταν ο άντρας έχει επαρκές επίπεδο τεστοστερόνης στα αποτελέσματα των εξετάσεων σπέρματος και παραμένει αζωοσπερμικός, παρόλο που έχει λάβει θεραπεία και τα επίπεδα τεστοστερόνης του ήταν φυσιολογικά για τουλάχιστον τέσσερις μήνες.
Ειδικότερα, πραγματοποιείται μικροχειρουργική λήψη τμήματος του όρχεως και επί αυτού γίνεται λεπτομερής εξερεύνηση για τον εντοπισμό και την απομόνωση σπερματοζωαρίων.
Με την μέθοδο TESE άνδρες που μέχρι πρόσφατα θα αναγκαζόταν να καταφύγουν σε σπέρμα δότη, σήμερα καταφέρνουν και τεκνοποιούν. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι υπάρχει πιθανότητα εντοπισμού σπέρματος περίπου στο 70% των περιπτώσεων.